διακανονισμός
ο, διακανόνιση, η, ουσ.
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του οριστικής ρύθμισης μιας διαφοράς ή της αβαρίας, συνών. τακτοποίηση, διευθέτηση, (φρ.) «διακανονισμός αβαρίας = average adjustment», «φιλικός διακανονισμός τροχαίου ατυχήματος), εύκολος και γρήγορος τρόπος αποζημίωσης του οδηγού που δεν ευθύνεται από την ασφαλιστική του εταιρεία του υπαιτίου οδηγού, «Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών – αγγλ.: Bank for International Settlements», διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες, μόνο προς τις κεντρικές τράπεζες ή σε άλλους διεθνείς οργανισμούς.
Ετυμολογία
< διακανονισ- + -μος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακανονισμός», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διακανονισμοσ/