διαιτητής
ο, ουσ.
- το πρόσωπο εκείνο που επιλέγεται να επιλύσει τη διαφορά ανάμεσα σε δύο μέρη
- (αθλητ.) αυτός που ρυθμίζει την ομαλή διεξαγωγή ενός ομαδικού, συνήθως, παιχνιδιού, π.χ.: για το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ και κάποια άλλα ομαδικά αθλήματα.
Ετυμολογία
< αρχ. διαιτητής < διαιτάω [= κρίνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαιτητής», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διαιτητησ/