δημοσιεύω
ρ. [μετβ.]
- α) κάνω γνωστό ένα θέμα μέσο του έντυπου τύπου, β) γνωστοποιώ στους πολίτες τις κομματικές ή ιδεολογικές μου θέσεις με προκηρύξεις, εφημερίδες τοίχου, αφίσες ή άλλο γραπτό τρόπο ενημέρωσης
- εκδίδω βιβλίο.
Ετυμολογία
< μτγν. δημοσιεύω < αρχ. δημοσιεύω [= 1. κατάσχω, δημεύω, 2. κοινολογώ, αποκαλύπτω].
Παράγωγα
δημοσίευμα, δημοσίευση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δημοσιεύω», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δημοσιευω/