navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαβαθμίζω

διαβαθμίζω

ρ. [μετβ.]

βάζω πρόσωπα, πράγματα, αφηρημένες έννοιες σε σειρά, συνών. κατατάσσω, ταξινομώ, τακτοποιώ.

Ετυμολογία

< δια- + βαθμ(ός)+ -ίζω.

Παράγωγα

διαβάθμιση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαβαθμίζω», σσ. 205-206. https://navalhistory.gr/lexiko/διαβαθμιζω/