διαβαθμίζω
ρ. [μετβ.]
βάζω πρόσωπα, πράγματα, αφηρημένες έννοιες σε σειρά, συνών. κατατάσσω, ταξινομώ, τακτοποιώ.
Ετυμολογία
< δια- + βαθμ(ός)+ -ίζω.
Παράγωγα
διαβάθμιση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαβαθμίζω», σσ. 205-206. https://navalhistory.gr/lexiko/διαβαθμιζω/