δηλητήριο
το, ουσ.
- φυσική ή χημική ουσία που προκαλεί οργανικές δυσλειτουργίες και μπορεί να οδηγήσει τον πάσχοντα ως το θάνατο, συνών. φαρμάκι, ψιακί
- οτιδήποτε που μπορεί να προκαλέσει σ’ έναν οργανισμό ζημία
- (μτφ.) οτιδήποτε έχει πικρή γεύση
- οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια, είτε είναι κουβέντες, ιδέες, θεωρίες, είτε είναι ενέργειες.
Ετυμολογία
< αρχ. δηλητήριον, ουδ. του επιθ. δηλητήριος [= βλαπτικός] < δηλέομαι [= βλάπτω].
Παράγωγα
δηλητηριώδης, δηλητηριάζω, δηλητηριαστής, δηλητηρίαση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δηλητήριο», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δηλητηριο/