navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δηλητήριο

δηλητήριο

το, ουσ.

  1. φυσική ή χημική ουσία που προκαλεί οργανικές δυσλειτουργίες και μπορεί να οδηγήσει τον πάσχοντα ως το θάνατο, συνών. φαρμάκι, ψιακί
  2. οτιδήποτε που μπορεί να προκαλέσει σ’ έναν οργανισμό ζημία
  3. (μτφ.) οτιδήποτε έχει πικρή γεύση
  4. οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια, είτε είναι κουβέντες, ιδέες, θεωρίες, είτε είναι ενέργειες.

Ετυμολογία

< αρχ. δηλητήριον, ουδ. του επιθ. δηλητήριος [= βλαπτικός] < δηλέομαι [= βλάπτω].

Παράγωγα

δηλητηριώδης, δηλητηριάζω, δηλητηριαστής, δηλητηρίαση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δηλητήριο», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δηλητηριο/