δεκάλιτρο
το, ουσ.
μονάδα χωρητικότητας που ισούται με δέκα λίτρα.
Ετυμολογία
< δεκά + [μτγν.] λίτρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεκάλιτρο», σ. 200. https://navalhistory.gr/lexiko/δεκαλιτρο/