γατόψαρο
το, ουσ.
(ιχθυολ.) σαρκοφάγο είδος ψαριού, που ζει συνηθέστερα σε γλυκά νερά και ξεπερνά σε μήκος το ένα 1,5 μ. με βαρύ και πλατύ κεφάλι και μουστάκια που θυμίζουν γάτα.
Ετυμολογία
< γάτ(α) -ο- + ψάρ(ι) -ο-.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γατόψαρο», σ. 178. https://navalhistory.gr/lexiko/γατοψαρο/