γαλάνι
το, ουσ.
βότσαλο της ακρογιαλιάς με χρώμα γαλανό, χαλίκι.
Ετυμολογία
< γαλαν(ός) + -ι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλάνι», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλανι/
Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαλάνι
το, ουσ.
βότσαλο της ακρογιαλιάς με χρώμα γαλανό, χαλίκι.
< γαλαν(ός) + -ι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλάνι», σ. 173. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλανι/