navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαγκινέλι

γαγκινέλι

το, ουσ.

τσιγκέλι που χρησιμοποιείται για το τράβηγμα του κάδου από το βάθος του πηγαδιού ή άλλων αντικειμένων από υψηλότερο σημείο, συνών. τσιγκέλι, αγκίστρι, γάντζος.

Ετυμολογία

< αγνώστου ετύμου.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαγκινέλι», σ. 171. https://navalhistory.gr/lexiko/γαγκινελι/