βουρκονέρι
το, ουσ.
- λασπόνερο
- βαλτότοπος, συνών. βούρκος, βάλτος, τέλμα.
Ετυμολογία
< βούρκος + νερ(ό), -ι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουρκονέρι», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουρκονερι/