navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βουρκονέρι

βουρκονέρι

το, ουσ.

  1. λασπόνερο
  2. βαλτότοπος, συνών. βούρκος, βάλτος, τέλμα.

Ετυμολογία

< βούρκος + νερ(ό), -ι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουρκονέρι», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουρκονερι/