navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βουρ

βουρ

επιφών.

α) δηλώνει προτροπή και παραίνεση για γρήγορη δράση, ενέργεια, κίνηση, β) (έκφρ.) ως ένδειξη βιασύνης, ορμητικότητας, «βουρ στον πατσά», με τα μούτρα στον πατσά, όρμα τώρα που είναι ευκαιρία.

Ετυμολογία

< τουρκ. vur [= βάρα, χτύπα], προστ. του vurmak [= χτυπώ, δέρνω, πλήττω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουρ», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουρ/