navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βότσος

βότσος

ο, ουσ.

φυσική κοιλότητα στο βυθό κατάλληλη για αγκυροδέτηση, λάκκος, συνών. έχμα, μπότσος.

Ετυμολογία

< αγνώστου ετύμου.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βότσος», σ. 163. https://navalhistory.gr/lexiko/βοτσοσ/