βόωψ
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) γένος ψαριού της οικογένειας των σπαριδών, περιλαμβάνει δύο είδη: Βόωψ ο βόωψ (Boops boops) (Λινναίος, 1758) (κοινώς γόπα που διαβιεί στα νερά της Μεσογείου) και Βόωψ ο γραμμωτός (Boops lineatus) που διαβιεί στον Ινδικό Ωκεανό.
Ετυμολογία
< αρχ. βοῦς + ὤψ [= μάτι, πρόσωπο, όψη] γιατί το ψάρι διαθέτει μάτια σαν του βοδιού, δηλαδή μεγάλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόωψ», σ. 165. https://navalhistory.gr/lexiko/βοωψ/