βέβαιος
-η, -ο, επίθ.
- σταθερός, αναμφισβήτητος, συνών. σίγουρος, αναντίρρητος
- (μτφ.) αυτός που γνωρίζει κάτι πολύ καλά, πεπεισμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. βέβαιος [= σταθερός].
Παράγωγα
βεβαιότητα, βεβαιώνω, βεβαίωση, βεβαιωτής.
Επιρρήματα
βέβαια και βεβαίως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βέβαιος», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βεβαιοσ/