navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βέβαιος

βέβαιος

-η, -ο, επίθ.

  1. σταθερός, αναμφισβήτητος, συνών. σίγουρος, αναντίρρητος
  2. (μτφ.) αυτός που γνωρίζει κάτι πολύ καλά, πεπεισμένος.

Ετυμολογία

< αρχ. βέβαιος [= σταθερός].

Παράγωγα

βεβαιότητα, βεβαιώνω, βεβαίωση, βεβαιωτής.

Επιρρήματα

βέβαια και βεβαίως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βέβαιος», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βεβαιοσ/