βαροσκόπιο
το, ουσ.
(τεχνολ.) ειδικό όργανο με το οποίο αποδεικνύεται η αρχή της ένωσης των αερίων.
Ετυμολογία
< διεθν. όρ bar < αρχ. βάρος + -σκόπιο < [αρχ.] σκοπέω, ῶ[= παρατηρώ ή επιτηρώ, προσέχω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαροσκόπιο», σ. 150. https://navalhistory.gr/lexiko/βαροσκοπιο/