βαθυπελαγικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που ζει ή αναφέρεται στα βαθιά πελάγη, αυτός που σχετίζεται με τα βαθιά πελάγη, συνών. βαθύαλος, βαθύβιος.
Ετυμολογία
< βαθύ(ς) + πέλαγ(ος) + [κατάλ.] -ικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθυπελαγικός», σ. 144. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθυπελαγικοσ/