navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαθύβιος

βαθύβιος

-ια, -ιο, επίθ.

αυτός που ζει πολύ βαθιά μέσα στη θάλασσα, συνών. βαθύαλος.

Ετυμολογία

< βαθύ(ς) + βίος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθύβιος», σ. 143. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθυβιοσ/