αφερέγγυος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, που δεν έχει στην αγορά φερεγγυότητα, που είναι ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, αναξιόπιστος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + φερέγγυος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφερέγγυος», σ. 136. https://navalhistory.gr/lexiko/αφερεγγυοσ/