ατρόχιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν τροχίσθηκε, που δεν ακονίστηκε στον τροχό ή στην πέτρα για να κόβει καλύτερα
- (μτφ.) α) αυτός που δεν έχει εξασκηθεί, ο αδέξιος, β) αυτός που επιδεικνύει συμπεριφορά αγροίκου.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + τροχίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατρόχιστος», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατροχιστοσ/