αρχείο
το, ουσ.
- ιδιωτική ή δημόσια συλλογή εγγράφων ή αντικειμένων κατάλληλα ταξινομημένων
- ο χώρος αποθήκευσης των συγκεντρωμένων υλικών
- (πληροφ.) σύνολο δεδομένων ή προγραμμάτων αποθηκευμένων στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀρχεῖον < αρχ. ἀρχεῖον [= κατοικία των αρχόντων, κυβερνείο, βουλευτήριο] < ἀρχή [= 1. ξεκίνημα, έναρξη, 2. υπέρτατη εξουσία].
Παράγωγα
αρχειακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρχείο», σ. 121. https://navalhistory.gr/lexiko/αρχειο/