αρχαίος
-αία, -αίο, επίθ.
- αυτός που σχηματίσθηκε σε πολύ παλιά εποχή, που έζησε πριν από πολλά χρόνια
- αυτός που σχετίζεται με την περίοδο της αρχαιότητας
- αυτός που ενεργεί με ξεπερασμένους τρόπους
- [το ουδ. ως ουσ.:] τα αρχαία: α) έργα τέχνης της αρχαιότητας, β) η «Αρχαία Ελληνική γλώσσα», (από το 2000 π.Χ. έως το 300 π.Χ.) και «Αρχαία Ελληνικά» και [σπανιότερα] «Αρχαία» [σχολικό μάθημα].
Ετυμολογία
< αρχ. ἀρχαῖος.
Σύνθετα
αρχαιοκάπηλος, αρχαιολάτρης, αρχαιογνωσία, αρχαιολογικός, αρχαιολογία, αρχαιομαθής, αρχαιομανής, αρχαιοπώλης, αρχαιοσυλλέκτης, αρχαιοφύλακας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρχαίος», σ. 121. https://navalhistory.gr/lexiko/αρχαιοσ/