navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρχαίος

αρχαίος

-αία, -αίο, επίθ.

  1. αυτός που σχηματίσθηκε σε πολύ παλιά εποχή, που έζησε πριν από πολλά χρόνια
  2. αυτός που σχετίζεται με την περίοδο της αρχαιότητας
  3. αυτός που ενεργεί με ξεπερασμένους τρόπους
  4. [το ουδ. ως ουσ.:] τα αρχαία: α) έργα τέχνης της αρχαιότητας, β) η «Αρχαία Ελληνική γλώσσα», (από το 2000 π.Χ. έως το 300 π.Χ.) και «Αρχαία Ελληνικά» και [σπανιότερα] «Αρχαία» [σχολικό μάθημα].

Ετυμολογία

< αρχ. ἀρχαῖος.

Σύνθετα

αρχαιοκάπηλος, αρχαιολάτρης, αρχαιογνωσία, αρχαιολογικός, αρχαιολογία, αρχαιομαθής, αρχαιομανής, αρχαιοπώλης, αρχαιοσυλλέκτης, αρχαιοφύλακας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρχαίος», σ. 121. https://navalhistory.gr/lexiko/αρχαιοσ/