αρχή
η, ουσ.
- το τοπικό ή χρονικό σημείο εκκίνησης από το οποίο ξεκινούν όλες οι προσπάθειες
- η πρώτη αιτία, πηγή
- (πληθ.) οι αρχές, α) οι ιδεολογικές επιλογές κάποιου, β) οι ηθικοί κανόνες της ζωής, γ) οι κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς
- «οι Αρχές» [πληθ.] η πολιτική εξουσία ενός τόπου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀρχή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρχή», σ. 121. https://navalhistory.gr/lexiko/αρχη/