navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρμόδιος

αρμόδιος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι κατάλληλος για τη συγκεκριμένη εργασία
  2. (ως ουσ.) α) ο υπεύθυνος κάποιας υπηρεσίας ή ενός χώρου εργασίας, β) αυτός που γνωρίζει να κάνει καλά τη δουλειά του, αντών. αναρμόδιος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁρμόδιος, -α, -ον < ἁρμόζω [= 1. προσαρμοζόμενος μαζί με, 2. ταιριαστός, αρμονικός].

Παράγωγα

αρμοδιότητα.

Επιρρήματα

αρμοδίως [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμόδιος», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμοδιοσ/