αργία
η, ουσ.
- το να κάθεται κανείς χωρίς να εργάζεται, οκνηρία, τεμπελιά
- το σταμάτημα των εργασιών λόγω εθνικής ή θρησκευτικής γιορτής
- η υποχρεωτική παύση εργασίας σε δημόσιο λειτουργό.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀργία < αρχ. ἀργός, όν [= αυτός που δεν καλλιεργεί τη γη, που ζει χωρίς να μοχθεί, αδρανής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αργία», σ. 115. https://navalhistory.gr/lexiko/αργια/