navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αργία

αργία

η, ουσ.

  1. το να κάθεται κανείς χωρίς να εργάζεται, οκνηρία, τεμπελιά
  2. το σταμάτημα των εργασιών λόγω εθνικής ή θρησκευτικής γιορτής
  3. η υποχρεωτική παύση εργασίας σε δημόσιο λειτουργό.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀργία < αρχ. ἀργός, όν [= αυτός που δεν καλλιεργεί τη γη, που ζει χωρίς να μοχθεί, αδρανής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αργία», σ. 115. https://navalhistory.gr/lexiko/αργια/