αποσφραγίζω
ρ. [μετβ.]
αφαιρώ τη σφραγίδα από επιστολή ή σχίζω το φάκελο για να αφαιρέσω το γράμμα ή το έγγραφο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀποσφραγίζω.
Παράγωγα
αποσφράγισμα [= η ενέργεια που κάνω για να ανοίξω το φάκελο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποσφραγίζω», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσφραγιζω/