αποπνέω
ρ. [μετβ.]
αναδίνω ευχάριστη ή δυσάρεστη οσμή, μυρίζω, 2. (μτφ.) χαρακτηρίζομαι από κάτι και το οποίο γνώρισμα μεταδίδω στους άλλους, το διαχέω ως αίσθηση, συνών. εκπέμπω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποπνέω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποπνέω», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπνεω/