απόρρητο
το, ουσ.
- το μυστικό που δεν πρέπει να γίνει γνωστό
- επίσημο έγγραφο που δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπό- + ῥητός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόρρητο», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/απορρητο/