αποβιβάζω
ρ. [μετβ.]
α) κατεβάζω από πλοίο τους επιβάτες, ξεφορτώνω εμπορεύματα, αντών. επιβιβάζω, β) κάνω απόβαση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποβιβάζω.
Παράγωγα
αποβιβασμός, αποβίβαση, αποβιβαστικός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποβιβάζω», σ. 105. https://navalhistory.gr/lexiko/αποβιβαζω/