navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνωση

άνωση

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(φυσ.) η δύναμη που δέχεται ένα σώμα βυθισμένο σε ρευστό, με φορά αντίθετη προς εκείνη της βαρύτητας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀν(ωθῶ) [= σπρώχνω προς τα πάνω] < ἀν- [στερητ.] + [αρχ.] ὠθῶ, συνηρημένος τύπος του ὠθέω < ἔθω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνωση», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανωση/