ανιχνεύω
ρ. [μετβ.]
- ψάχνω να βρω ίχνη
- (μτφ.) εξετάζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή μία υπόθεση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνιχνεύω.
Παράγωγα
ανίχνευση, ανιχνεύσιμος, ανιχνευτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανιχνεύω», σσ. 91-92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανιχνευω/