ανήλιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που δεν έχει ήλιο, που δεν φωτίζεται από τον ήλιο, σκοτεινός, συνών. ανήλιαγος, ανήλιαστος, αντών. ευήλιος, ηλιόλουστος, προσήλιος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνήλιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανήλιος», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανηλιοσ/