ανεμιστήρας
ο, ουσ.

(τεχνολ.) ηλεκτρική συσκευή που δημιουργεί ρεύμα αέρα, χάρις τον περιστρεφόμενο έλικα που διαθέτει, είναι χρήσιμη στον εξαερισμό των κτηρίων, των ορυχείων καθώς και σε πολλούς τομείς της βιομηχανίας.
Ετυμολογία
< μτφρδ. από γαλλ. ventilateur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμιστήρας», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμιστηρασ/