ανεμικός
-ή, -ό, επίθ.
- ανεμόδαρτος
- (θηλ.) βίαιος άνεμος
- (ουδ.) κακοποιό δαιμόνιο, ξωτικό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄνεμ(ος) + [καταλ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμικός», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμικοσ/