ανασφάλιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει εξασφάλιση, δεν του έχει δοθεί εγγύηση
- ο επισφαλής, ο εκτεθειμένος στους κινδύνους, απροστάτευτος, ανοχύρωτος
- αυτός που δεν έχει ασφαλιστεί σε ασφαλιστικό οργανισμό, ταμείο ή εταιρία.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνασφάλιστος [= ανοχύρωτος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανασφάλιστος», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανασφαλιστοσ/