navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανασφάλιστος

ανασφάλιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει εξασφάλιση, δεν του έχει δοθεί εγγύηση
  2. ο επισφαλής, ο εκτεθειμένος στους κινδύνους, απροστάτευτος, ανοχύρωτος
  3. αυτός που δεν έχει ασφαλιστεί σε ασφαλιστικό οργανισμό, ταμείο ή εταιρία.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνασφάλιστος [= ανοχύρωτος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανασφάλιστος», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανασφαλιστοσ/