navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανασύρω και ανασέρνω

ανασύρω

Και: ανασέρνω

ρ. [μετβ.]

  1. τραβώ προς τα επάνω, έλκω, ανασπώ
  2. βγάζω κάποιον μέσα από χαλάσματα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνασύρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανασύρω και ανασέρνω», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανασυρω-και-ανασερνω/