navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανατέλλω

ανατέλλω

ρ. [αμετβ.]

  1. (για ουράνια σώματα) αναφαίνομαι στο στερέωμα, εμφανίζομαι, αντών. δύω
  2. (γενικ.) προβάλλω, φανερώνομαι
  3. (μτφ.) α) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, β) φέρνω ελπίδες
  4. ξεκινώ, αρχίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνα- + τέλλω [= εκτελλώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατέλλω», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατελλω/