ανατέλλω
ρ. [αμετβ.]
- (για ουράνια σώματα) αναφαίνομαι στο στερέωμα, εμφανίζομαι, αντών. δύω
- (γενικ.) προβάλλω, φανερώνομαι
- (μτφ.) α) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, β) φέρνω ελπίδες
- ξεκινώ, αρχίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνα- + τέλλω [= εκτελλώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατέλλω», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατελλω/