ανάπλευση
η, ουσ.
- πλεύση του σκάφους κόντρα στον άνεμο ή το ρεύμα της θάλασσας
- αρμένισμα του πλοίου ανοιχτά στη θάλασσα
- απομάκρυνση του πλοίου από το λιμάνι, συνών. σαλπάρισμα, ανάπλους (αρχ.), απόπλους, άπαρση, αντών. κατάπλους.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνάπλευσις.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάπλευση», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπλευση/