navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάπλευση

ανάπλευση

η, ουσ.

  1. πλεύση του σκάφους κόντρα στον άνεμο ή το ρεύμα της θάλασσας
  2. αρμένισμα του πλοίου ανοιχτά στη θάλασσα
  3. απομάκρυνση του πλοίου από το λιμάνι, συνών. σαλπάρισμα, ανάπλους (αρχ.), απόπλους, άπαρση, αντών. κατάπλους.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνάπλευσις.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάπλευση», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπλευση/