ανάλαφρος
-η, -ο, επίθ.
- [συνήθως για αεράκι] αυτό α) που είναι πολύ ελαφρύ και ευχάριστο, β) που δεν έχει βάρος, αέρινος
- (μτφ.) γαλήνιος, ήρεμος.
Ετυμολογία
< ανα- + λαφρ(ός) < ελαφρός.
Επιρρήματα
ανάλαφρα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάλαφρος», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/αναλαφροσ/