ανακριτής
ο, ανακρίτρια, η, ουσ.
(νομ.) ο δικαστικός ή ο αστυνομικός ή ο στρατιωτικός ή το μέλος πειθαρχικού συμβουλίου, που αναλαμβάνει το ανακριτικό έργο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνακρίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακριτής», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακριτησ/