ανάκριση
η, ουσ.
- (νομ.) λεπτομερειακή εξέταση προσώπων, στοιχείων ή γεγονότων με σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας
- ο τόπος στον οποίο πραγματοποιείται η διαδικασία της εξέτασης
- το σύνολο των ενεργειών από τα υπεύθυνα όργανα της πολιτείας για την ανακάλυψη της αλήθειας ή των δραστών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάκρισις < ἀνακρίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάκριση», σσ. 79-80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακριση/