navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανακηρύσσω και ανακηρύχνω

ανακηρύσσω

Και: ανακηρύχνω

ρ. [μετβ.]

  1. γνωστοποιώ
  2. απονέμω σε κάποιον τίτλο ή αξίωμα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνα- + κηρύσσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακηρύσσω και ανακηρύχνω», σ. 79. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακηρυσσω-και-ανακηρυχνω/