ανακήρυξη
η, ουσ.
- επίσημη αναγγελία, γνωστοποίηση πολιτικών αποφάσεων
- αναγγελία που γίνεται από κήρυκα
- απονομή τίτλου ή αξιώματος σε πολίτες που έχουν να παρουσιάσουν σπουδαίο πνευματικό έργο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνακήρυξις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακήρυξη», σ. 79. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακηρυξη/