ανάκαμψη
η, ουσ.
- επαναφορά του σώματος στην αρχική του θέση
- επιστροφή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου σε φυσιολογική ομαλή πορεία
- (αθλητ.) τύπος άσκησης στη γυμναστική.
Ετυμολογία
< ανακάμπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάκαμψη», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακαμψη/