αμπέρ
το, άκλ. ουσ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ετυμολογία
< γαλλ. ampère (από το όνομα του Γάλλου φυσικού-μαθηματικού Α.Μ. *Αmpere).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμπέρ», σ. 74. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπερ/