αμπαζούρ
το, άκλ. ουσ.

(τεχνολ.) κωνικό ή κυλινδρικό κάλυμμα φωτιστικού που περιορίζει τη διάχυση του φωτός ή που την κατευθύνει, ανάλογα με το σχήμα του, προς ένα σημείο.
Ετυμολογία
< γαλλ. abat-jour < abattre [= ρίχνω] + jour [= μέρα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμπαζούρ», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπαζουρ/