ανακομιστήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) τμήμα μηχανοκλίβανου στο οποίο αποθηκεύεται θερμότητα με σκοπό την προθέρμανση του χώρου καύσης.
Ετυμολογία
< ανά + κομιστήρας < κομί(ζω) + -τήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακομιστήρας», σ. 79. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακομιστηρασ/