αμμωτό
το, ουσ.

όργανο μέτρησης του χρόνου κατασκευασμένο από δύο γυάλινα δοχεία ενωμένα μεταξύ τους με λεπτό άνοιγμα στη μέση, σημείο από το οποίο πέρναγε λεπτόκοκκη άμμος έτσι ώστε όταν γέμιζε το ένα δοχείο ξεκινούσε η διαδικασία της αντιστροφής, συνών. αμμοκλεψύδρα, μεν(ν)τζαρόλι, αμμόμετρο, αμμωρολόγιο. Ανάλογα με το χρόνο που έκανε να περάσει η άμμος, το αμμωτό διακρινόταν σε 10΄΄, 30΄΄ [κοινώς μετζουμινούτο] και 30΄ δηλ. «ημιώριο» [κοινώς μεντζαρόλι].
Ετυμολογία
< άμμος. Απόδοση στα Ελληνικά του γαλλ. sablier ή ampoulitte, η λ. έχει καταγραφεί για πρώτη φορά στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν του 1858.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμωτό», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμωτο/