αμίαντος
ο, ουσ.
(ορυκτ.) άφλεκτο ορυκτό από το οποίο κατασκευάζονται οικοδομικά, πυρίμαχα, μονωτικά υλικά, άκαυστα υφάσματα και κλωστές, (φρ.) «έλασμα / κλωστές / κορδόνι / οθόνη / ταινία / σχοινί / σκόνη / στολή / απόβλητα / αμιάντου».
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. amiante < λατιν. amiantus < αρχ. ἀμίαντος < ἀ- [στερητ.] + μιαίνω [= μολύνω], η αρχ. ονομασία προσδιόριζε ένα τύπο ασβέστη που τον χαρακτήριζε η καθαρότητα του χρώματός του.
Παράγωγα
αμιάντωση.
Σύνθετα
αμιαντόσυρμα, αμιαντοσωλήνας, αμιαντωρυχείο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμίαντος», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμιαντοσ/