navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμιγής

αμιγής

-ής, -ές, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει νοθευτεί, που δεν έχει δεχτεί προσμίξεις, συνών. ανόθευτος, καθαρός
  2. (φρ.) «ουδέν κακόν αμιγές καλού», δεν υπάρχει κακό που να μην έχει και την καλή του πλευρά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀμιγής < ἀ- [στερητ.] + -μιγής < μείγνυμι.

Επιρρήματα

αμιγώς [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμιγής», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμιγησ/