αμιγής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που δεν έχει νοθευτεί, που δεν έχει δεχτεί προσμίξεις, συνών. ανόθευτος, καθαρός
- (φρ.) «ουδέν κακόν αμιγές καλού», δεν υπάρχει κακό που να μην έχει και την καλή του πλευρά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμιγής < ἀ- [στερητ.] + -μιγής < μείγνυμι.
Επιρρήματα
αμιγώς [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμιγής», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμιγησ/