άμεσος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που πραγματοποιείται απευθείας χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου
- αυτός που δεν επιδέχεται αναβολή, που πρέπει να εκτελεσθεί γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση
- (φρ.) «άμεσοι φόροι», φόροι που καταβάλλονται από τους πολίτες απευθείας στην εφορεία, «άμεση γνώση», γνώση που πηγάζει κατευθείαν από τις αισθήσεις.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄμεσος < ἀ- στερητ. + μέσος.
Επιρρήματα
[επίρρ.] άμεσα [= απευθείας.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμεσος», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμεσοσ/