navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άμεσος

άμεσος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που πραγματοποιείται απευθείας χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου
  2. αυτός που δεν επιδέχεται αναβολή, που πρέπει να εκτελεσθεί γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση
  3. (φρ.) «άμεσοι φόροι», φόροι που καταβάλλονται από τους πολίτες απευθείας στην εφορεία, «άμεση γνώση», γνώση που πηγάζει κατευθείαν από τις αισθήσεις.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄμεσος < ἀ- στερητ. + μέσος.

Επιρρήματα

[επίρρ.] άμεσα [= απευθείας.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμεσος», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμεσοσ/